ziekelijk
ασθενικός, νοσηρός, φιλάσθενος
{
sickly
}
νοσηρός, νοσώδης, παθολογικός
{
morbid
}
ασταθής, ασθενής, ανάπηρος
{
infirm
}
ωχρός, χλωμός, αδύνατος
{
wan
}
εκκεντρικός, ιδιότροπος, ιδιόρρυθμος,...
{
cranky
}
τρελός, παλαβός
{
crazy
}
ziekelijk
ασθενικός
25aαρρωστιάρης
29