zetel (de)
θέση, κάθισμα, έδρα, κατοικία
{
seat
}
θέση, τοποθεσία, οικόπεδο
{
site
}
zetelen
διαμένω, εδρεύω, κατοικώ
{
reside
}
καταλύω, διαμένω, τοποθετώ, κατοικώ
{
lodge
}
zetel
zetel (bij verkiezingen)
έδρα η
-
zetel de / hoofdbureel het
έδρα η
-
zetel, fauteuil
πολυθρόνα η