zeil (het)
πανί πλοίου, πλους, ιστίο, ταξίδι...
{
sail
}
πτέρυξ, φτερό, φτερουύα, κέρατο
{
wing
}
καραβόπανο, καμβάς, καναβάτσο, λινάτσα,...
{
canvas
}
κουρέλι, παλιοφυλλάδα, πατσαβούρα, ράκος
{
rag
}
μεμβράνη του ουρανίσκου, ουρανίσκος
{
velum
}
zeilen
πλέω, εκπλέω, διαπλέω, αρμενίζω
{
sail
}
zeil
παvί τo