zacht
ήσυχα, μαλακά, σιγά, ευγενικά, ελαφρώς
{
gently
}
ευγενής, ήπιος, πράος, ελαφρός, απαλός
{
gentle
}
μαλακός, ήπιος, μειλίχιος, πράος,...
{
mild
}
ώριμος, γλυκύς, μαλακός
{
mellow
}
ελεήμονας, σπλαχνικός, συμπονετικός,...
{
charitable
}
μειλίχιος, ήπιος, πράος
{
bland
}
ήπιος, κλήμης, επιεικής
{
clement
}
υποτεταγμένος, χαμηλωμένος, μαλακός
{
subdued
}
χυλώδης, πολτώδης, χυλοειδής
{
pappy
}
πλαδαρός, πολτώδης, ζυμώδης
{
pulpy
}
με γούναν, γούνινος
{
furry
}
ευτελής, πρόστυχος, χαμηλός, ταπεινός
{
low
}
zacht
μαλακός
35aαπαλός
25a-
zacht maken, week maken
μαλακώνω, μαλάκωσα 34