zaak (de)
ζήτημα, ουσία, ύλη, πράγμα, υπόθεση,...
{
matter
}
υπόθεση, συμβάν, εορτή
{
affair
}
εργασία, δουλειά, ενασχόληση, εμπόριο,...
{
business
}
περίπτωση, κατάσταση, ιστορικό, ζήτημα,...
{
case
}
φροντίδα, ανησυχία, μέριμνα, υπόθεση,...
{
concern
}
αιτία, αίτιο, αφορμή, λόγος, πρόξενος,...
{
cause
}
εργαστήριο, κατάστημα, μαγαζί
{
shop
}
zaak
zaak de
κατάστημα τo / μαγαζί τo
-
zaak de (de kwestie)
υπόθεση η