yell
ρήμ.
φωνάζω, σκούζω, ωρύομαι, ουρλιάζω
ουσ.
άγρια φωνή, κραυγή
yell
(Lex). φωνάζω, κραυγή, στριγγλίζω, στριγκλίζω
yell
Ουσ. κραυγή, οξεία φωνή, σκούξιμοΡημ. φωνάζω δυνατά, σκούζω, ουρλιάζω
πχ:
He yells, "Hey, why won't you talk to me?
yell
κραυγή, ούρλιασμα, σκούξιμο, ουρλιάζω, σκούζω
yell
ουσ. ωρυγή, κραυγή: give a yell μπήγω κραυγή §
yell of terror κραυγή τρόμου # (ΗΠΑ) προτρεπτική
ιαχή
ρ. ωρύομαι, κραυγάζω, φωνάζω, μπήγω φωνή:
stop yelling at me! πάψε να μου φωνάζεις! # ΦΡ.
yell with pain ουρλιάζω από τον πόνο