wrench
ρήμ.
στρέφω, διαστρέφω, στρεβλώ
ουσ.
βίαια στροφή, βίαιο τράβηγμα, γαλλικό κλειδί, κλειδί βίδας, κλειδί, στραμπούληγμα, κοχλιοστρόφιο
wrench
(Lex**) γαλλικό κλειδί
wrench
Ουσ. βίαιο τράβηγμα, //
στραμπούληγμα, εξάρθρωση//
γαλλικό κλειδί (για βίδωμα)
Ρημ. τραβώ βίαια, //
λυγίζω ή στρέφω με δύναμη//
εξαρθρώνω, στραμπουλώ
wrench
βίαιο τράβηγμα
wrench
ουσ. απότομο ή βίαιο τράβηγμα, τραβηξιά: open
the lid with a single wrench ανοίγω το καπάκι με
ένα μόνο δυνατό τράβηγμα # στραμπούληγμα: I
stumbled and gave my ankle a wrench σκόνταψα
και στραμπούλησα τον αστράγαλό μου # μηχ.
μηχανικό κλειδί: adjustable wrench γαλλικό κλειδί
μτφ. οδυνηρός χωρισμός