wreck
ρήμ.
καταστρέφω, κατεδαφίζω, αφανίζω
ουσ.
ναυάγιο, σαράβαλο, ερείπιο, ρημάδι
wreck
ναυάγιο, πλοίο που έχει ναυαγήσει//
αποτυχία , καταστροφή//
"ερείπιο", "ράκος" , "ναυάγιο" (για πρόσωπα)//
ναυαγώ, προκαλώ ναυάγιο//
καταστρέφω , σαραβαλιάζω (πχ. αυτοκίνητο κτλ), ρημάζω//
σαμποτάρω, εκτροχιάζω τρένο
wreck
ναυάγιο