work
ρήμ.
εργάζομαι, κατεργάζομαι, δουλεύω, λειτουργώ
ουσ.
δουλειά, εργασία, έργο
work
(Lex). δουλειά, εργασία, δουλεύω, εργάζομαι
work (upon)
(Lex*) εργασία (επάνω)
work
Ουσ. εργασία, έργο, δουλειά//
απασχόληση//
εργόχειρο, αποτέλεσμα εργασίας //
μόχθος
πχ;
I have long been of the opinion that if work were such a splendid thing the rich would have kept
more of it for themselvesΡημ. εργάζομαι, δουλεύω//
λειτουργώ , κινούμαι (για μηχ.)//
ζυμωνομαι, βράζω//
κεντώ //
εκμεταλλεύομαι//
εφαρμόζω, επιτυγχάνω, εκτελώ ,//
είμαι αποτελεσματικός , δουλεύω αποτελεσματικά//
φθάνω βαθμιαία σε νέα θέση-κατάσταση //
χειρίζομαι μηχάνημα
work
δουλειά, έργο, εργασία,
δουλεύω, λειτουργώ, εργάζομαι
work
work έργο