will
ρήμ.
διαθέτω, δίνω για διαθήκη, θέλω
ουσ.
θα
will
(Lex). προαίρεση, διαθήκη, θέληση
will
θέληση, βούληση, πρόθεση, διάθεση, προαίρεση//
διαθήκη,// επιθυμία, θέλημα//
κληροδοτώ, αφήνω, διαθέτω//
επηρεάζω με τη θέληση, επιβάλλω τη θέληση (μου)θα, //
θα ήταν..., πρόκειται (να...)//
θά πρέπει, θα έπρεπε//
ειμαι διατεθειμένος (να...)
[Γενικά είναι βοηθητικό ρήμα που εκφράζει μαζί με αλλο ρήμα μελλοντικό χρόνο ή για να κάνει μια ερώτηση - εκφραση πιο ευγενική ]
will
θα, θέληση, βούληση, αφήνω με διαθήκη, θέλω, επιθυμώ
will
διαθήκη, θέληση