weights
ουσ.
βάρη, σταθμά
weight
ουσ.
βάρος, βαρύτης, βαρύτητα, σπουδαιότης, σπουδαιότητα, κύρος
weights
(Lex**) βάρη
weight
Ουσ. βάρος//
βαρύτητα// μονάδα βάρους , σταθμόν//
ζύγι, //
βαρίδι//
βάρος, άχθος, "φορτίο"//
σημαντικότητα, "βαρύτητα", "σημασία"
Ρημ. βάζω βάρος, τοποθετώ βάρος σε..., επιβαρύνω, φορτώνω//
παρφορτώνω, "επιβαρύνω"