wegens
για, υπέρ, διά, ένεκα, χάριν, εις, επί,...
{
for
}
weg (de)
δρόμος, διαδρομή, οδός, τρόπος, μέσο,...
{
way
}
ατραπός, μονοπάτι, δρόμος
{
path
}
ατραπός, δρόμος, μονοπάτι
{
pathway
}
πόρτα, πύλη, εξώθυρα, αυλόπορτα, θύρα
{
gate
}
προσκεφαλάκι, δέσμη χαρτιού διά...
{
pad
}
πόρος, μέσο, προσόν, εφευρετικότητα
{
resource
}
wegens
λόγω + genitief
-
vanwege het slechte weer bleven ze thuis
λόγω του κακού καιρού έμειναν σπίτι
-
εξαιτίας + genitief
-
omwille van zijn hoge leeftijd kan hij niet meer naar buiten
εξαιτίας της ψηλής ηλικίας του δεν μπορεί να βγαίνει πιά
wegen