wegen
για, υπέρ, διά, ένεκα, χάριν, εις, επί,...
{
for
}
Weg (der)
δρόμος, διαδρομή, οδός, τρόπος, μέσο,...
{
way
}
ατραπός, μονοπάτι, δρόμος
{
path
}
γραμμές σιδηροδρόμου, πατημασιά, στίβος,...
{
track
}
διαδρομή, δρόμος, πορεία
{
route
}
βάδισμα, βόλτα, περίπατος, πεζοπορία
{
walk
}
διαδρομή, ταξίδι, αδοιπορία
{
journey
}
ταξίδι, περιοδεία, παραπάτημα, διαδρομή
{
trip
}
μέθοδος, μεθοδικότητα
{
method
}
wegen
ζυγίζω, αίρω, βαρύνω, αναμετρώ
{
weigh
}
σκαλώνω, αναρριχώμαι
{
scale
}
weg (de)
δρόμος, διαδρομή, οδός, τρόπος, μέσο,...
{
way
}
ατραπός, μονοπάτι, δρόμος
{
path
}
ατραπός, δρόμος, μονοπάτι
{
pathway
}
πόρτα, πύλη, εξώθυρα, αυλόπορτα, θύρα
{
gate
}
προσκεφαλάκι, δέσμη χαρτιού διά...
{
pad
}
πόρος, μέσο, προσόν, εφευρετικότητα
{
resource
}
wegen