watch
ρήμ.
φρουρώ, παρατηρώ καλώς, επιτηρώ, επαγρυπνώ, παρακολουθώ, προσέχω
ουσ.
αγρυπνία, ρολόι, φρουρά, φρουρός, ωρολόγιο φρούρησης, επιτήρηση
watch
(Lex). φρουρά, ρολόι, βλέπω, παρακολουθώ
watch (for)
(Lex*) ρολόι (για)
watch
παρατηρώ, κοιτάζω προσεκτικά,// βλέπω , παρακολουθώ// φρουρώ, επαγρυπνώ, προσέχω // αγρυπνώ , μένω αγρυπνος// ξενυχτίζω νεκρό//
παρατήρηση, επίβλεψη, παρακολούθηση, προσοχή// αγρυπνία, //
ρολόι (χειρός ή τσέπης)
watch
επαγρύπνηση, ρολόι, φύλαξη,
παρακολουθώ, προσέχω
watch
παρακολουθώ, βλέπω, ρολόι