wasting
ουσ.
φθείρων, αυτός που καταναλώνει, ερημών
waste
ρήμ.
χαραμίζω, σταματώ, καταναλίσκω, φθείρω
waste
Επίθ. άχρηστος, σκάρτος, //
ακαλλιέργητος, χέρσος, έρημος //
που πλεονάζει,
Ουσ. σπατάλη χρήματος ή προσπαθειών, περιττή δαπάνη//
απορρίμματα, απόβλητα
Ρημ. σπαταλώ, //
χάνω , αφήνω να περάσει ευκαιρία, χάνω ευκαιρία//
φθείρω, καταστρέφω//
εξαντλώ//
ερημώνω, λεηλατώ