washing
ουσ.
πλύσιμο, πλύση, μπουγάδα, νίψιμο
wash
ρήμ.
πλένω, πλύνω, να πλυθεί, πλύνομαι, νίπτω, νίπτομαι, λούω
washing
(Lex). πλύση
washing (of laundry)
(Lex*) πλύσιμο (του πλυντηρίου)
washing
Ουσ. πλύσιμο, μπουγάδα//
μπουγάδα (ως σύνολο άπλυτων ρούχων)
Επίθ. που επιδέχεται πλύσιμο//
αποπλύματα, απόνερα μπουγάδας (πληθ.)
πχ:
-Give the clothes a long soak before washing.
-A fine day is a good chance to dry the washing
wash
Ρημ. πλένω,//
νίπτω, καθαρίζω//
περνώ από (για ποτάμι)//
βρέχω (για θάλασσα)//
κάνω μπουγάδα
Ουσ. πλύσιμο//
νερόπλυμα//
βρώμικα νερά, απόνερα//
παλιόκρασο
washing
μπουγάδα