warrant
ρήμ.
εγγυώμαι, εξουσιοδοτώ, δικαιολογώ
ουσ.
εγγύηση, ένταλμα, εξουσιοδότηση
Warrant
(Financial). Ενεχυρόγραφο
warrant
(Lex**) ένταλμα
warrant
Ουσ. εξουσιοδότηση, εντολή, επίσημη επικύρωση//
άδεια , έγκριση//
πληρεξούσιο//
εύλογη αιτία, δικαιολογία//
ένταλμα (πχ. σύλληψης), γραπτή εντολή//
εγγύηση καλής συμπεριφοράς (κάποιου), εγγύηση//
ανθυπασπιστής, αρχικελευστής
Ρημ. δικαιολογώ, αιτιολογώ, παρουσιάζω εύλογη αιτία//
ευγγυώμαι, διαβεβαιώ, , δηλώνω//
εγγυώμαι την αυθεντικότητα
warrant
εγγύηση, ένταλμα