wanton
ουσ.
οργιάζων, φαύλος
επίθ.
ακόλατος, αχαλίνωτος, ιδιότροπος
wanton
(Lex**) επιθυμία
wanton
Επίθ. που κάνει ότι θέλει, απειθάρχητος, αχαλίνωτος, // αδικαιολόγητος, αναίτιος//
κακόβουλος//
οργιώδης, έκλυτος , πρόστυχος, ακόλαστος//
αφθονος//
παιχνιδιάρης
Ουσ. πρόστυχη γυναίκα
Ρημ. παιχνιδίζω//
περνώ τον καιρό ακόλαστα