wakker
άυπνος, έξυπνος, άγρυπνος
{
awake
}
άγρυπνος, έξυπνος, πανέτοιμος, σβέλτος,...
{
alert
}
ευκίνητος, ζωηρός, σβέλτος
{
spry
}
οξύς, δριμύς, ξύπνιος, ζωηρός, έξυπνος,...
{
smart
}
έμβιος, ζωντανός, ζων
{
living
}
wakker
wakker blijven
αγρυπνώ, αγρύπνησα
-
wakker worden/maken
ξυπvώ, ξύπvησα
-
wakker
ξύπvιoς