waarschuwen
προειδοποιώ, προαγγέλλω
{
warn
}
επιπλήττω, παραίνω, νουθετώ
{
admonish
}
τρομάζω, σημαίνω συναγερμό
{
alarm
}
προειδοποιώ μυστικά, δίνω ιδιαίτερη...
{
tip off
}
κλίνω, γερνώ, κτυπώ ελαφρώς, χτυπώ...
{
tip
}
waarschuwen
πρoειδoπoιώ, πρoειδoπoίησα