verbijsterd
verbijsteren
αποναρκώνω, ζαλίζω, αποβλακώνω
{
stupefy
}
συγχέω, αναστατώνω, κατατροπώνω,...
{
confound
}
συγχέω, μπερδεύω, σαστίζω, συγχίζω
{
confuse
}
verbijsterd
κατάπληκτoς
-
hij bekeek ons verwonderd
μας κοίταξε κατάπληκτoς
-
ik bleef erg verbaasd achter
έμεινα πολύ κατάπληκτο πίσω
verrast
απoρημέvoς
-
verrast worden/zijn
αιφνιδιάζομαι, αιφνιδιάστηκα