verbeterd
καλύτερος, καταλληλότερος, μεγαλύτερος
{
better
}
verbeteren
καλλιτερεύω, βελτιώ, βελτιούμαι,...
{
improve
}
καλυτερεύω, βελτιώνω
{
better
}
διορθώ, διορθώνω, τροποποιώ
{
amend
}
σωφρονίζω, τιμωρώ, διορθώνω
{
correct
}
επανορθώ, ανορθώ, επανορθώνω, διορθώνω
{
rectify
}
verbeterd
βελτιωμένος
-
verbeterd worden/zijn
βελτιώνομαι, βελτιώθηκα