verbergen
κρύπτω, τρυπώνω, κρύπτομαι, κρύβω
{
hide
}
κρύβω, συγκαλύπτω, υποκρύπτω, κρύπτω,...
{
conceal
}
διαψεύδω, διαστρέφω
{
belie
}
verbergen
κρύπτω, τρυπώνω, κρύπτομαι, κρύβω
{
hide
}
κρύβω, συγκαλύπτω, υποκρύπτω, κρύπτω,...
{
conceal
}
κρύβω, σκεπάζω, σκεπώ, καλύπτω
{
cover
}
προφυλάσσω, σκεπάζω, προβάλλω επί της...
{
screen
}
verbergen
κρύβω, έκρυψα / χώvω, έχωσα
-
zich verbergen
verborgen worden/zijn
κρύβομαι, κρύφτηκα