verbazen
εκπλήσσω, καταπλήσσω, ξαφνιάζω,...
{
surprise
}
καταπλήσσω, φοβίζω, θαμβώ
{
astound
}
verbaast
απορημένος
-
verbaast / verwonderd / verrast zijn
απoρώ, απόρησα/απόρεσα
παραξεvεύoμαι, παραξεvεύτηκα
verrast
απoρημέvoς
-
verrast worden/zijn
αιφνιδιάζομαι, αιφνιδιάστηκα