vals (m)
vals
ψευδής, εσφαλμένος, πλαστός, ψεύτικος,...
{
false
}
κακεντρεχής, πεισματάρης, κακός,...
{
spiteful
}
φαύλος, μοχθηρός, βιτσιόζος, κακός,...
{
vicious
}
val (het/de)
άλωση, πέσιμο, πτώση, φθινόπωρο
{
fall
}
κατρακύλημα, κατρακύλισμα, πέσιμο,...
{
tumble
}
κατάβαση, κάθοδος, καταγωγή, κατωφέρεια,...
{
descent
}
διάψευση, ήττα, ματαίωση
{
defeat
}
παγίς, αμάξι, παγίδα, δόκανο, φάκα
{
trap
}
βρόχος, δίκτυο, παγίδα, παγίς
{
snare
}
vals
val (m)
vals
vals (muzikaal)
παράφωvoς
-
vals (namaak)
ψεύτικoς / πλαστός
val
τoύμπα η
tuimeling
τoύμπα η