vallar
φράσσω, ξιφομαχώ
{
fence
}
vallen
στάζω, σταλάζω, πίπτω, ρίχνω, αφήνω να...
{
drop
}
κατεβαίνω, κατάγομαι, φθίνω, κατέρχομαι
{
descend
}
val (het/de)
άλωση, πέσιμο, πτώση, φθινόπωρο
{
fall
}
κατρακύλημα, κατρακύλισμα, πέσιμο,...
{
tumble
}
κατάβαση, κάθοδος, καταγωγή, κατωφέρεια,...
{
descent
}
διάψευση, ήττα, ματαίωση
{
defeat
}
παγίς, αμάξι, παγίδα, δόκανο, φάκα
{
trap
}
βρόχος, δίκτυο, παγίδα, παγίς
{
snare
}
vallen
πέφτω, έπεσα