vaart (de)
ταξίδι στη θάλασσα, ταξίδι διά θάλασσης,...
{
voyage
}
περίπλους, κρουαζιέρα
{
cruise
}
ταχύτητα, ταχύτης, σπουδή
{
speed
}
αξία, κόστος, τιμή, βαθμός, τάξη,...
{
rate
}
διώρυγα, κανάλι, σωλήνας, αγωγός
{
canal
}
κανάλι, αυλάκι, πορθμός, μέσο, αγωγός,...
{
channel
}
varen
πλέω, εκπλέω, διαπλέω, αρμενίζω
{
sail
}
κυβερνώ, πλέω, διαπλέω, πιλοτάρω
{
navigate
}
vaart
oρμή η / φόρα η