uitstellen
επιβραδύνω, καθυστερώ, χρονοτριβώ,...
{
delay
}
αναβάλλω, καθυστερώ, σέβομαι
{
defer
}
αναβάλλω την εκτέλεσιν ποινής
{
reprieve
}
διαλύω βουλήν επ' αόριστο, αναβάλλω
{
prorogue
}
διακόπτω (συνεδρίαση, αναβάλλω (δίκη)
{
adjourn
}
uitstellen
αναβάλλω, ανέβαλα
-
uitgesteld worden/zijn
αναβάλλομαι, αναβλήθηκα