uitstel (het)
αναβολή, αργοπορία, επιβράδυνση,...
{
delay
}
αναβολή, διακοπή, αναστολή, ανακοπή,...
{
respite
}
ανακοπή, παύση, ανάρτηση, εναιώρημα
{
suspension
}
διαμονή, παραμονή, σταμάτημα, στήριγμα
{
stay
}
αναστολή καταδίκης, αναστολή θανατικής...
{
reprieve
}
εύνοια, χάρη, χάρις, ευλογία
{
Grace
}
δίκαιο νομικής, νόμος, νομική
{
law
}
uitstellen
επιβραδύνω, καθυστερώ, χρονοτριβώ,...
{
delay
}
αναβάλλω, καθυστερώ, σέβομαι
{
defer
}
αναβάλλω την εκτέλεσιν ποινής
{
reprieve
}
διαλύω βουλήν επ' αόριστο, αναβάλλω
{
prorogue
}
διακόπτω (συνεδρίαση, αναβάλλω (δίκη)
{
adjourn
}
uitstel
αναβολή η (13a)