uitstapje (het)
ταξίδι, εκδρομή, περιοδεία, περιήγηση,...
{
tour
}
ταξίδι, περιοδεία, παραπάτημα, διαδρομή
{
trip
}
κοντινή εκδρομή, εκδρομή
{
jaunt
}
πικνίκ, είδος γλυκίσματος, γλέντι,...
{
junket
}
εκδρομή, εκδρομούλα
{
outing
}
περίπατος, περιπλάνηση
{
ramble
}
εκδρομή, έξοδος, εξόρμηση
{
sally
}
uitstapje
εκδρoμή η