uitspraak (de)
κρίση, δικαστική απόφαση, εκδίκαση,...
{
judgement
}
κρίση, δικαστική απόφαση, εκδίκαση,...
{
judgment
}
ετυμηγορία ένορκων, ετυμηγορία
{
verdict
}
βραβείο, επιδίκαση
{
award
}
έκθεση, ανακοίνωση, δήλωση, κατάσταση,...
{
statement
}
εύρεση, πόρισμα, ανεύρεση
{
finding
}
κανόνας, χάρακας, κανών διοίκηση
{
rule
}
απαλλαγή, απελευθέρωση, σωτηρία, έκφραση
{
deliverance
}
αγριάδα, λαρυγγισμός, έντονη προφορά
{
burr
}
uitspraak
uitspraak de (juridisch)
απόφαση η
-
uitspraak de
πρoφoρά η