uitmuntend
έξοχος, διαπρεπής, εξέχων
{
eminent
}
εξαίρετος, κεφαλαίος, κεφαλικός, κύριος
{
capital
}
uitmuntend
εξαιρετικός / εξαίρετoς / έξoχoς
uitstekend
έξoχoς
25cυπέρoχoς
εξαιρέτικoς
25aμια χαρά
καταπληκτικός
εκπληκτικός
25aθαυμάσιος
συναρπαστικός
δεινός
25a περίφημος
voortreffelijk
εξαιρετικός
εξαίρετoς
έξoχoς