uitvoeren
κάμνω, κάνω, πράττω, ποιώ, εκτελώ
{
do
}
γεμίζω, πληρώ, συμπληρώ
{
fill
}
εκπληρώ, εκπληρώνω, πραγματοποιώ
{
fulfil
}
διαπραγματεύομαι αξίες
{
job
}
εκτελώ, παριστάνω εν θεάτρω
{
perform
}
εισάγω, συνιστώ, συστήνω, παρουσιάζω
{
introduce
}
εφοδιάζω, εξοπλίζω
{
equip
}
uitgevoerd
εκτελεσμένος
-
uitgevoerd worden/zijn
εκτελoύμαι, εκτελέστηκα
-
het onderhoud werd goed uitgevoerd
η συνδήρηση εκτελέστηκε καλά