uitgesloten
uitsluiten
φράσσω τους πόρους, απορροφώ
{
occlude
}
αποκλείω, απομονώ, απομονώνω
{
seclude
}
καθιστώ ακατάλληλο, κάνω ακατάλληλο,...
{
disqualify
}
τσιτσιρίζω ως ορνίθιον
{
pip
}
αποβάλλω, απορρίπτω, παραμερίζω, πετώ
{
discard
}
αποφεύγω να αγοράσω εμπόρευμα,...
{
boycott
}
uitgesloten
het is uitgesloten
het is onmogelijk
απoκλείεται !!