uitgeven
εξοδεύω, δαπανώ, αναλώνω, ξοδεύω
{
spend
}
εκδίδω, εκπέμπω, απορρέω, εξέρχομαι,...
{
issue
}
αναδίδω, εκπέμπω
{
emit
}
εκβάλλω, βγάζω έξω, σβύνω, απλώνω,...
{
put out
}
εκδίδω, συντάσσω
{
edit
}
uitgegeven
δημοσιευμένος
-
uitgegeven worden/zijn
δημοσιεύομαι, δημοσιεύτηκα
-
niet uitgegeven
ανέκδοτος 25c