uitbreiden
εκτείνω, εκτείνομαι, επεκτείνω,...
{
extend
}
διαστέλλω, εξαπλώνω, εξαπλώνομαι
{
expand
}
σπρώχνω, ωθώ, ζορίζω
{
push
}
ευρύνω, αυξάνω, ενισχύω, πολλαπλασιάζω...
{
amplify
}
uitbreiden
επεκτείvω, επέκτειvα
-
uitgebreid worden/zijn
zich uitbreiden
επεκτείvoμαι, επεκτάθηκα