turn
ρήμ.
τορνεύω, τρέπομαι, τρέπω, στρίβω, στρέφω, γυρίζω
ουσ.
γύρος, σειρά, στρίψιμο, στροφή, τροπή
turn
(Lex). στροφή, σειρά, στρίβω
turn (a bit)
(Lex*) στροφή (λίγο)
turn (into)
(Lex*) στροφή ()
turn (of century)
(Lex*) στροφή (του αιώνα)
turn (off)
(Lex*) στροφή (μακριά)
turn
Ουσ. στροφή, στρίψιμο, περιστροφή//
βόλτα, περίπατος //
ταραχή , τρομάρα//
ανακάτωμα, αναγούλαΡημ. στρέφω, στρίβω, γυρίζω//
μετατρέπω, μεταβάλλω, αλλάζω θέση//
μετατρέπομαι//
κατευθύνομαι//
εξαρτιέμαι από...//
τορνάρω//
διαταράσσω, τροποποιώ//
κόβω//
κυκλώνω//
μεταφράζω, //
χρησιμοποιώ
turn
αλλαγή, στροφή, μεταστροφή, σειρά, γυρίζω, αλλάζω, γίνομαι, μεταβάλλω, στρέφω, περιστρέφομαι, περιστρέφω
turn
turn σπείρα