trouble
ρήμ.
ταράττω, ενοχλώ, στενοχωρώ
troubling
(Lex**) ενόχληση
troubling
Ουσ. ανησυχία, προβληματισμός, στεναχώρια
Επίθ. που προκαλεί ανησυχία/στεναχώρια
trouble
Ουσ. δύσκολη κατάσταση, "πρόβλημα", ενόχληση, φασαρία, μπελάς, σκοτούρα//
ανησυχία, στεναχώρια, έγνοια//
ταραχή
Ρημ. ταλαιπωρώ , βασανίζω//
ανησυχώ, στεναχωρώ//
σκοτίζω//
βάζω σε κόπο