trading
ουσ.
εμπορία, διακίνηση
trade
ρήμ.
ανταλλάσσω, συναλλάσσομαι, εμπορεύομαι
trading
(Lex**) εμπορικές συναλλαγές
trading
Ουσ. εμπόριο
trade
Ουσ. εμπόριο, εμπορική ανταλλαγή,//
επάγγελμα , επιτήδευμα, τέχνη, δουλειά//
προσωπική επιχείρηση//
συντεχνία, κλάδος εμπορικός
Ρημ. εμπορεύομαι, εξασκώ το εμπόριο, διακινώ, ανταλλάσσω//