township
ουσ.
δήμος, κοινότης, κοινότητα, περιφέρεια πόλεως
township
(Lex**) δήμος
township
μικρή πόλη, κωμόπολη (και ο πληθυσμός της)//
περιοχή, τοποθεσία
Δήμος
Ο Δήμος είναι μία διοικητική οντότητα, στοιχειώδης μονάδα της τοπικής αυτοδιοίκησης και αποτελεί μαζί με την
κοινότητα τον πρώτο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης. Αποτελείται από μία σαφώς καθορισμένη περιοχή και τον πληθυσμό της και συνήθως αναφέρεται σε μία
πόλη, σε
κωμόπολη, σε χωριό ή σε μία μικρή ομαδοποίησή τους.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...