tout
ρήμ.
ζητώ πελάτας
ουσ.
κράχτης
tout
(Lex**) ψαρεύω πελατεία
tout
Ρημ. διαλαλώ εμπόρευμα ή υπηρεσίες , ψαρεύω πελάτες//
πωλώ εισιτήρια στη μαύρη αγορά (συν. θεάτρου)//
παρακολουθώ, κατασκοπεύω (άλογα σε προπόνηση)
Ουσ. κράκτης πελατείας, κάποιος που προσπαθεί να πείσει κάποιον να αγοράσει κάποιο προϊόν ή υπηρεσία//
κάποιος που αγοράζει εισιτήρια (θεάτρου κτλ) και τα πωλά σε υψηλότερη τιμή
tout
καθετί, όλος