touch
ρήμ.
εγγίζω, αφορώ, συγκινώ, αγγίζω, ακουμπώ, άπτομαι
ουσ.
άγγιγμα, αφή, επαφή, μικρή ποσότης, μικρή ποσότητα
touch
(Lex). συγκινώ, αγγίζω, εγγίζω, πινελιά
touch
Ρημ. αγγίζω, ακουμπώ, άπτομαι//
πιάνω, ακουμπώ το χέρι//
αισθάνομαι//
προσβάλω//
συγκινώ, συγκινούμαι
Ουσ. αγγιγμα, αφή, επαφή//
απαλό κτύπημα//
μικρή ποσότητα
touch
άγγιγμα, αφή, επαφή, επικοινωνία, τεχνοτροπία, τόνος, ύφος, αγγίζω, πειράζω, θίγω, προσβάλλω, συγκινώ, βλάπτομαι