top
ρήμ.
σκεπάζω, υπερβάλω
επίθ.
ανώτατος
ουσ.
σκέπασμα, κορυφή, σβούρα, πάνω
Top
(Math). κορυφή
top
(Lex**) κορυφή
top (off)
(Lex*) κορυφή (μακριά)
top (upon)
(Lex*) κορυφή (επάνω)
top
Ουσ. κορυφή, ακμή //
το άνω τμήμα επιφάνειας //
κάλυμμα//
ο ανώτερος βαθμός, η μεγαλύτερη ένταση
Επίθ. κορυφαίος, πρώτος, ο επικεφαλής//
εξαιρετικός, ανώτερης ποιότητας, θαυμάσιος
Ρημ. φθάνω στην κορυφή, είμαι στην κορυφή//
υπερτερώ, υπερακοντίζω, ξεπερνώ//
κλαδεύω, κορφολογώΟυσ. σβούρα (παιχνίδι)
top
κορυφή, ανώτατο σημείο, κορυφαίος,
υπερβαίνω, φτάνω στην κορυφή, σκεπάζω την κορυφή
top
κoρυφή η / κoρφή η