tools
ουσ.
εργαλεία
tool
ρήμ.
κατεργάζομαι
ουσ.
εργαλείο, σύνεργο
tools
(Lex**) εργαλεία
tool
εργαλείο,// όργανο, // υποχείριο// εργάζομαι με εργαλείο// οδηγώ αμάξι// κατεργάζομαι , επεξεργάζομαι, χαράσω// εξοπλίζω με εργαλεία// επιχρυσώνω ράχη βιβλίου
tool
εργαλείο
Εργαλείο
Με τον όρο εργαλείο εννοείται μια συσκευή που παρέχει φυσική ή νοητική υποστήριξη στην εκπλήρωση ενός έργου. Τα περισσότερα εργαλεία είναι μορφές απλής μηχανής, ή συνδυασμός τους. Στο παρελθόν θεωρείτο πως μόνον ο άνθρωπος χρησιμοποιούσε εργαλεία, αλλά η παρατήρηση επιβεβαίωσε ότι οι πίθηκοι και άλλα ζώα -κυρίως
θηλαστικά- και ορισμένα πτηνά (το κοράκι για παράδειγμα) ή έντομα χρησιμοποιούν εργαλεία.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...