tools

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
tools
ουσ. εργαλεία
 
tool
ρήμ. κατεργάζομαι
 
ουσ. εργαλείο, σύνεργο


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
tools
(Lex**) εργαλεία


My English - GreekDownload this dictionary
tool
εργαλείο,// όργανο, // υποχείριο// εργάζομαι με εργαλείο// οδηγώ αμάξι// κατεργάζομαι , επεξεργάζομαι, χαράσω// εξοπλίζω με εργαλεία// επιχρυσώνω ράχη βιβλίου

Tapsis English Greek dictionaryDownload this dictionary
tool
εργαλείο

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Εργαλείο
Με τον όρο εργαλείο εννοείται μια συσκευή που παρέχει φυσική ή νοητική υποστήριξη στην εκπλήρωση ενός έργου. Τα περισσότερα εργαλεία είναι μορφές απλής μηχανής, ή συνδυασμός τους. Στο παρελθόν θεωρείτο πως μόνον ο άνθρωπος χρησιμοποιούσε εργαλεία, αλλά η παρατήρηση επιβεβαίωσε ότι οι πίθηκοι και άλλα ζώα -κυρίως θηλαστικά- και ορισμένα πτηνά (το κοράκι για παράδειγμα) ή έντομα χρησιμοποιούν εργαλεία.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define tools

Translate tools





tools in Chinese | | tools in English | tools in French | tools in Italian | tools in Spanish | tools in Dutch | tools in Portuguese | tools in German | tools in Russian | tools in Japanese | tools in Korean | tools in Turkish | tools in Hebrew | tools in Arabic | tools in Croatian | tools in Serbian | tools in Swedish