titremek
κουνώ, συγκλονίζω, τινάζω, τραντάζω,...
{
shake
}
σείω, τρέμω, σείομαι
{
quake
}
ανατριχιάζω, τρέμω, ριγώ, συντρίβω
{
shiver
}
δονώ, δονούμαι, πάλλω, πάλομαι
{
vibrate
}
περιίπταμαι, φτερουγίζω, πτερυγίζω,...
{
flutter
}
κινώ απότομα, τινάσσω, τιννάσσομαι,...
{
jerk
}
πάλλω, δονούμαι, πάλλομαι
{
pulsate
}
σείομαι, τρέμω, τρεμουλιάζω
{
quiver
}
φρικιώ, φρίττω, ανατριχιάζω
{
shudder
}
συγκινώ, σκιρτώ, ανατριχιάζω, λαχταρώ
{
thrill
}
διστάζω, κυμαίνομαι, αμφιταλαντεύομαι,...
{
waver
}
κουνιέμαι, σείομαι, ταλαντεύομαι
{
wobble
}
titre (m)
τίτλος, προσωνυμία, νόμιμος τίτλος
{
title
}
επικεφαλίδα, τίτλος εφημερίδας
{
headline
}
γραφή, καλλιγραφικά στοιχεία,...
{
script
}
συγγραφή, γραφή, έγγραφο, γράψιμο,...
{
writing
}
είδος κονδύλιον, χωριστό πράγμα,...
{
item
}
συρμός, τρόπος, λεκτικό, γραφή, στυλ,...
{
style
}
χωρητικότητα, ικανότητα, ιδιότητα,...
{
capacity
}
αξιοπρέπεια, αξίωμα, τίτλος
{
dignity
}
titré
τιτλοφορούμενος, τιτλούχος, τιτλοφόρος
{
titled
}
καθιερωμένος, κανονικός, κριτήριος,...
{
standard
}
titrer
βρίσκω την πυκνότητα υγρού, ογκομετρώ
{
titrate
}
le titre
τίτλος (ο)
titrer
τιτλοφορώ