tip
ρήμ.
κλίνω, γερνώ, κτυπώ ελαφρώς, χτυπώ ελαφρώς, πληροφορώ ιδιαιτερώς, φιλοδορώ
ουσ.
άκρο, πουρμπουάρ, φιλοδώρημα, μυστική πληροφορία
tip
(Lex). ουσ. αιχμή, αιχμηρή άκρη ή απόληξη, εμπιστευτική πληροφορία ή υπόδειξη, χωματερή, ρ. φιλοδωρώ, γέρνω, αναποδογυρίζω
tip (over/up)
(Lex*) άκρη (πέρα από/επάνω)
tip
Ουσ. αιχμή, ακραίο αιχμηρό τμήμα, απόληξη//
κορυφή,//
χρήσιμη πληροφορία, υπαινιγμός, υπόδειξη//
φιλοδώρημα, μπουρμπουάρ//
σκουπιδότοπος, χωματερή
Ρημ. δίνω φιλοδώρημα//
δίνω ωφέλιμη συμβουλή//
ανατρέπω, αναποδογυρίζω (για να αδειάσει)
tip
φιλοδώρημα, συμβουλή, αγγίζω ελαφρά, φιλοδωρώ
tip
tip ακίδα