think
ρήμ.
φρονώ, σκέπτομαι, νομίζω, κρίνω, συλλογίζομαι
think
(Lex**) σκεφτείτε
think (judge)
(Lex*) σκεφτείτε (δικαστής)
think (on/upon)
(Lex*) σκεφτείτε (/επάνω)
think (to/with)
(Lex*) σκεφτείτε (/με)
think (upon)
(Lex*) σκεφτείτε (επάνω)
think
Ρημ. σκέπτομαι, συλλογίζομαι, στοχάζομαι, //
νομίζω, πιστεύω, θαρρώ, υποθέτω//
εκτιμώ, σέβομαι, θυμάμαι
πχ:
Most people think that rich people are successful, and poor people aren’tΟυσ. σκέψη, συλλογισμός, διαλογισμός// γνώμη, ιδέα
think
διαλογισμός,
σκέπτομαι, νομίζω, περιμένω, φαντάζομαι
think
σκέπτομαι, νομίζω, σκέφτομαι