teleurstellen
αποτυγχάνω, χρεωκοπώ, εκπίπτω,...
{
fail
}
νοθεύω, ψευτίζω, πλαστογραφώ
{
falsify
}
teleurgesteld
απoγoητευμέvoς
δυσαρεστημένος
-
teleurgesteld worden
απoγoητεύoμαι, απoγoητεύτηκα
-
teneergeslagen / teleurgesteld
με κομμένα φτερά
με πεσμένα φτερά
-
hij droop het teleurgesteld af
έφυγε με με κομμένα φτερά
teneergeslagen
teneergeslagen / teleurgesteld
με κομμένα φτερά
με πεσμένα φτερά