Teer (der)
πίσσα, πισσάσφαλτος, ναύτης,...
{
tar
}
teeren
teer
λεπτός, αβρός, ευαίσθητος, φίνος,...
{
delicate
}
φιλάσθενος, αδύνατος, εύθραυστος
{
frail
}
ευπαθής, ευκολώς γαργαλιζόμενος, λεπτός
{
ticklish
}
ωραίος, καλός, νόστιμος, λεπτός,...
{
nice
}
teer (de/het)
πίσσα, πισσάσφαλτος, ναύτης,...
{
tar
}
ter
εν, εις, σε, εντός, μέσα
{
in
}
εις, προς, μέχρι, για
{
to
}
εν, εις, κατά, στο, στη, στον
{
at
}
teren
teer
τρυφερός / απαλός