Tand (der)
αγορά φτηνόρουχων, ευθηνά, επιδεικτικά...
{
frippery
}
tand (de)
δόντι ζώου, νύχι ζώου, δόντι σκύλου
{
Fang
}
ακίδα, μέγα καρφί, στάχυ
{
spike
}
οδούς τροχού, δόντι τροχού
{
cog
}
περόνη, δόντι πηρουνιού
{
tine
}
tanden
οδοντώ, κόβω οδοντωτά, δαντελώνω, γράφω...
{
indent
}
tand
δόvτι τo